Φαίη Σκορδά: Η εντολή της κυρίας Εύας λίγο πριν τον γάμο – «Κάνε παιδί πριν πεθάνω»
Η Φαίη Σκορδά κινείται μέσα στο σπίτι της σαν σκιά που προσπαθεί να προλάβει τον χρόνο.
Οι προετοιμασίες για τον πολιτικό γάμο της με τον Αλέξανδρο Αθανασιάδη κορυφώνονται… φορέματα απλωμένα, σημειώσεις, τηλέφωνα που χτυπούν ασταμάτητα.
Ο λόγοι και οδηγούν σε μια νέα αρχή. Κι όμως, μέσα της, υπάρχει μια ανησυχία που δεν μπορεί να εξηγήσει. Και τότε, το τηλέφωνο χτυπά. Στην οθόνη εμφανίζεται μια λέξη:«Μαμά». Από το Κιλκίς. Το σηκώνει σχεδόν μηχανικά, αλλά από την πρώτη κιόλας ανάσα καταλαβαίνει πως κάτι δεν είναι όπως πριν. Η φωνή της μητέρας της δεν έχει τη ζεστασιά της καθημερινότητας είναι βαριά, τρεμάμενη, σαν να κουβαλά κάτι που δεν χωρά σε απλές κουβέντες. «Θέλω να σου πω κάτι», λέει η κυρία Εύα.
Η αντίδραση της Φαίης
Η Φαίη σωπαίνει. Νιώθει την καρδιά της να σφίγγεται, σαν να προαισθάνεται το βάρος των λέξεων που έρχονται. Και τότε ακούγεται η φράση. Καθαρή. Ανελέητη. «Κάνε παιδί πριν πεθάνω».
Ο χρόνος παγώνει. Δεν υπάρχει πια θόρυβος, δεν υπάρχουν προετοιμασίες, δεν υπάρχει γάμος. Υπάρχει μόνο αυτή η πρόταση που αιωρείται στον αέρα και βαραίνει την ψυχή της. Τα δάχτυλά της σφίγγουν το τηλέφωνο, τα μάτια της μένουν ανοιχτά, σαν να κοιτάζουν κάτι που δεν φαίνεται. Δεν απαντά. Δεν μπορεί. Η μητέρα της συνεχίζει, πιο σιγανά τώρα, σχεδόν ψιθυριστά, σαν να φοβάται την ίδια της τη σκέψη, για το σώμα που κουράζεται, για τη ανάγκη να δει τη συνέχεια, να κρατήσει ένα ακόμη εγγόνι στην αγκαλιά της πριν να είναι αργά. Δεν είναι απλώς επιθυμία, είναι παράκληση, είναι φόβος, είναι μια κραυγή που έρχεται από βαθιά μέσα της. Η Φαίη κλείνει τα μάτια.
Μέσα της συγκρούονται δύο κόσμοι. Από τη μία, ο γάμος που πλησιάζει, η υπόσχεση μιας νέας ζωής, ο άντρας που έχει δίπλα της. Από την άλλη, η μητέρα της, με μια φωνή που μοιάζει να ζητά κάτι τελευταίο, κάτι που δεν μπορεί να αναβληθεί. Σ
ηκώνεται, περπατά νευρικά στον χώρο. Κάθε βήμα είναι βαρύ. Κάθε σκέψη πιο βαριά από την προηγούμενη. Το τηλέφωνο παραμένει στο αυτί της, αλλά το μυαλό της ταξιδεύει αλλού σε εικόνες που δεν έχουν υπάρξει ακόμα, σε ένα παιδί που δεν έχει γεννηθεί, σε μια ευθύνη που δεν έχει αποφασίσει αν μπορεί να σηκώσει. «Δεν είναι τόσο απλό…» ψιθυρίζει τελικά. Αλλά ξέρει πως για τη μητέρα της είναι. Η τουλάχιστον έτσι μοιάζει. Το τηλέφωνο τελειώνει, όμως η φράση δεν φεύγει. Μένει μέσα της, επαναλαμβάνεται, βαραίνει. Οι προετοιμασίες συνεχίζονται γύρω της, οι άνθρωποι μιλούν, γελούν, οργανώνουν. Εκείνη συμμετέχει, αλλά κάτι έχει αλλάξει.
«Ό,τι θέλει ο Θεός»
Τα λόγια της μητέρας της δεν φεύγουν από το μυαλό της Φαίης. Είναι εκεί ξανά και ξανά, σαν να ειπώθηκαν μόλις τώρα. Δεν την βαραίνουν πια μόνο την ακολουθούν. Θέλει παιδί. Το θέλει βαθιά, αληθινά. Και ο Αλέξανδρος Αθανασιάδης το θέλει επίσης. Το έχουν συζητήσει, το έχουν ονειρευτεί, το έχουν φανταστεί σαν φυσική συνέχεια της αγάπης τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία, δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη ως προς την επιθυμία. Και όμως… Κάποια πράγματα δεν προγραμματίζονται.
Δεν χωρούν σε ημερολόγια, δεν υπακούουν σε σχέδια, δεν έρχονται επειδή τα ζητάς. Έρχονται όταν πρέπει ή δεν έρχονται ποτέ με τον τρόπο που περιμένεις. Η Φαίη το γνωρίζει από τώρα πιο βαθιά από ποτέ. Νιώθει την επιθυμία, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στον χρόνο, στη μοίρα, σε εκείνο το αόρατο χέρι που καθορίζει τις στιγμές. Δεν είναι άρνηση είναι αποδοχή. Μια ήρεμη, ώριμη συμφιλίωση με το απρόβλεπτο της ζωής.
«Ό,τι θέλει ο Θεός», ψιθυρίζει σχεδόν χωρίς φωνή. Και μέσα σε αυτή τη φράση βρίσκει μια παράξενη γαλήνη. Γιατί η αγάπη δεν μετριέται μόνο με όσα έρχονται, αλλά και με όσα περιμένεις. Με όσα αφήνεις να συμβούν χωρίς να τα πιέζεις. Ο χρόνος απλώνεται μπροστά της. Η ζωή ανοίγεται μπροστά της, γεμάτη ανάμεσα στην επιθυμία και την πίστη, η Φαίη προχωρά όχι με βεβαιότητες, αλλά με καρδιά ανοιχτή. Έτοιμη να δεχτεί ό,τι της φέρει η ζωή. Έτοιμη να αγαπήσει, με όποιον τρόπο της δοθεί