Νέα δεδομένα στο Αίγιο: Ειπώθηκε on air για την μητέρα – «Θα μπορούσε να κάνει το έγκλημα αν…»
Συμπληρώνονται πλέον 22 μέρες μετά τη δολοφονία μάνας και γιου στον Λόγγο του Αιγίου, και το μυστήριο γύρω από τις ακριβείς συνθήκες του εγκλήματος παραμένει άλυτο. Ο 65χρονος Ιταλός κατηγορούμενος, ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των ερευνών των διωκτικών αρχών, επιμένει κατηγορηματικά στην αθωότητά του. Για να στηρίξει τη θέση του, ο βασικός ύποπτος επικαλείται τόσο μια σειρά από συγκεκριμένες μαρτυρίες προσώπων του περιβάλλοντός του όσο και πρόσφατα επιστημονικά ευρήματα, τα οποία θεωρεί ότι τεκμηριώνουν πλήρως τους ισχυρισμούς του και τον απαλλάσσουν από τις βαρύτατες κατηγορίες.
Αίγιο: Νέα δεδομένα μετά από τα τοξικολογικά ευρήματα στο αίμα του Ιταλού
Τα νέα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας αφορούν τις εξειδικευμένες ιατροδικαστικές εξετάσεις. Συγκεκριμένα, στο αίμα του 65χρονου Ιταλού ανιχνεύθηκαν σαφή ίχνη από υπνωτικές ουσίες, καθώς και στοιχεία που πιστοποιούν τη χρήση κάνναβης. Η υπεράσπισή του αξιοποιεί αμέσως τα συγκεκριμένα αποτελέσματα, προκειμένου να ενισχύσει το βασικό επιχειρηματικό της σχήμα. Σύμφωνα με τους δικηγόρους του, τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν ότι ο πελάτης τους βρισκόταν σε κατάσταση βαθιού λήθαργου και πλήρους αδυναμίας επικοινωνίας με το περιβάλλον κατά τη διάρκεια της μοιραίας νύχτας, όταν και διαπράχθηκε το άγριο έγκλημα. Η ενημερωτική εκπομπή «Live News» απευθύνθηκε εκ νέου σε ειδικούς αναλυτές για να ερμηνεύσουν τα τοξικολογικά δεδομένα, εξετάζοντας αν η παρουσία αυτών των ουσιών στα ούρα και το αίμα του κατηγορούμενου μπορεί να του προσφέρει ένα ακλόνητο άλλοθι, οδηγώντας την υπόθεση σε μια ολοκληρωτική ανατροπή.
Νέα τοξικολογικά δεδομένα και επιστημονικά ευρήματα περιπλέκουν τις έρευνες για το διπλό έγκλημα που συγκλονίζει το Αίγιο.
Όσον αφορά το χρονικό εκείνης της νύχτας, ο κατηγορούμενος είχε περιγράψει στους αστυνομικούς ότι αρχικά δυσκολευόταν να κοιμηθεί εξαιτίας του έντονου ροχαλητού της συντρόφου του. Για τον λόγο αυτό, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κοινή τους κρεβατοκάμαρα και να μεταφερθεί σε διαφορετικό δωμάτιο του σπιτιού για να πλαγιάσει. Παράλληλα, ο 65χρονος Ιταλός στρέφει την προσοχή των αρχών στις ένορκες καταθέσεις της συντρόφου του δολοφονημένου Ολύμπιου, αλλά και μιας πολύ στενής φίλης του. Όπως ισχυρίζεται, οι τοποθετήσεις των δύο γυναικών συμβαδίζουν απόλυτα με τα δικά του λεγόμενα.
Η σύντροφος του 26χρονου θύματος είχε επισημάνει ότι ο νεαρός παρουσίαζε έντονη ανησυχία και νευρικότητα το τελευταίο χρονικό διάστημα, η οποία πήγαζε από την ψυχολογική ή οργανική κατάσταση της μητέρας του. Επιπλέον, και οι δύο γυναίκες συμφώνησαν ότι οι σχέσεις του Ιταλού με τα δύο θύματα χαρακτηρίζονταν από αρμονία, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος έδειχνε να τους υπεραγαπά και να μεριμνά διαρκώς για τις ανάγκες τους. Την εικόνα ενός στοργικού ανθρώπου είχαν περιγράψει τις προηγούμενες ημέρες τόσο ο αυτόπτης μάρτυρας, ο οποίος ειδοποιήθηκε από τον ίδιο τον 65χρονο και εισήλθε στην οικία λίγο πριν φτάσουν οι αστυνομικές δυνάμεις, όσο και ένας ομοεθνής φίλος του που διαμένει μόνιμα στην ευρύτερη περιοχή.
Στον αντίποδα, ωστόσο, συγκεντρώνονται στοιχεία και μαρτυρίες που μοιάζουν να αποδομούν πλήρως την υπερασπιστική γραμμή του Ιταλού. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται περιγραφές που κάνουν λόγο για συχνούς και έντονους διαπληκτισμούς του 65χρονου με τη μάνα και τον γιο, με κύριο αντικείμενο της διαφωνίας τους θέματα οικονομικής φύσης. Το κεντρικό ερώτημα που ζητά απάντηση γύρω από το έγκλημα στον Λόγγο του Αιγίου είναι αν ο Ιταλός είναι πράγματι αθώος και θύμα μιας τραγικής σύμπτωσης ή αν πρόκειται για τον φυσικό αυτουργό που επιχείρησε να συσκοτίσει το τοπίο των ερευνών. Ο ίδιος προβάλλει το σενάριο ότι η 54χρονη γυναίκα αφαίρεσε τη ζωή του γιου της και στη συνέχεια αυτοκτόνησε, μια εκδοχή που εξετάζεται, αν και συγκεντρώνει πολλές αμφιβολίες.
Η αστυνομική έρευνα φέρνει στο φως νέα υλικά τεκμήρια, καθώς σε μια παρακείμενη αποθήκη εντοπίστηκαν ένας κουβάς και μια σφουγγαρίστρα, τα οποία έχουν σταλεί στα εγκληματολογικά εργαστήρια για εξειδικευμένη ανάλυση DNA. Το εύρημα αυτό έχει σημασία, καθώς ο κατηγορούμενος είχε υποδείξει στους αστυνομικούς μια σκούπα – ρομπότ, ισχυριζόμενος ότι στο σπίτι δεν διέθεταν παραδοσιακά σύνεργα καθαρισμού. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι δεν καταγράφηκε καμία οσμή αλκοόλης στον χώρο, το στοιχείο που επιβαρύνει σημαντικά τη θέση του, πέρα από τα τραύματα στην πλάτη της 54χρονης, είναι το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας. Η καταγραφή των συστημάτων επιτήρησης δείχνει ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας του εγκλήματος, κανένα ξένο πρόσωπο εκτός από τους μόνιμους ενοίκους δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού. Η διαδικασία της ανάκρισης συνεχίζεται, οι αρχές προβληματίζονται έντονα και ο γρίφος για το πότε και πώς ο Ιταλός κατανάλωσε το υπνωτικό χάπι μετατρέπει την υπόθεση σε ένα από τα πιο σκοτεινά αστυνομικά θρίλερ.